Sunday, June 5, 2016

Επικοινωνία.


Για μένα η επικοινωνία στην Ελλάδα ήταν στην αρχή δύσκολη. Δεν ήξερα καλά ελληνικά και δεν μιλούσαν όλοι παντού αγγλικά.
Ετσι αναγκάστηκα να παίζω θέατρο.
Περφόρμινγκ Αρτ, που λένε.
Μαθήτευσα με επιτυχία στο παλκοσένικο της ανάγκης και έγινα άξια πρωταγωνίστρια του είδους: Της Παντομίμας,

Για να δείξω ότι μου αρέσει κάτι έλεγα «Γκουντ» ή έφερνα το χέρι μου στη θέση της καρδιάς. Για το αντίθετο έσφιγγα τα χείλη μου με μια έκφραση αηδίας.
Για φαί η έκφραση με την παλάμη «μαμ». Κάτι ανάλογο για το νερό.
Για τον ύπνο, ενωμένες οι παλάμες δίπλα στο σαγόνι. Νάνι. Κλπ.
Τώρα πια βέβαια δεν έχω κανένα πρόβλημα,
Εχουν όμως οι άλλοι.
Συνήθως πρόσωπα που δεν ξέρουν ότι μιλάω ελληνικά σαν ελληνίδα που είμαι κιόλας ουσιαστικά και τυπικά με ταυτότητες και με σφραγίδες, μου μιλάνε στα αγγλικά.
Πλάκα όμως έχουν όταν δεν μου μιλάνε καθόλου, αλλά μιλάνε για μένα μεταξύ τους, νομίζοντας ότι δεν ξέρω ελληνικά.

Όπως ένα μεσημέρι στη στάση του Λεωφορείου, που μες στον καύσωνα κάποιος ξύπνιος εξηγούσε με τρόπο στους άλλους ότι εμείς οι αράπηδες δεν καταλαβαίνουμε από ζέστη. Τι είμαστε μαύροι γιατί μας έχει ψήσει η ζέστη των 50 βαθμών και τέτοια.
Και καλά όλα αυτά.
Όταν όμως άρχισε τα άλλα του, τα ρατσιστικά, δεν άντεξα και τον παρατήρησα. Ευγενικά.
Άλλαξε χρώματα! Έχασε την ομιλία του. Κατάπιε τη γλώσσα του. Όλοι οι άλλοι κοίταζαν μια εμένα και μια εκείνον. Δεν ήξεραν τι να πουν.

Κι ο ίδιος ξαφνιασμένος και ντροπιασμένος μου ζήτησε συγνώμη.
Οτι «δεν ήξερα ότι ξέρεις την ελληνική γλώσσα!»
Ότι όλα αυτά που άκουσα ήταν βλακείες ούτε και ο ίδιος δεν τα πίστευε!
«Πλάκα έκανα» συμπλήρωσε. Ότι  εκείνος αγαπάει πολύ τους ξένους, κυρίως τους μαύρους! Και μάλιστα ο παππούς του είχε κάνει στην Αφρική! «Δεν πιστεύω να τα πήρες στα σοβαρά; Χίλια συγνώμη!»




Gold




Είδα τις προάλλες τη φίλη μου τη Γεωργία.
Είχα να τη δω από το Πανεπιστήμιο. Καλή φοιτήτρια. Της είχανε προτείνει μάλιστα να την κρατήσουν σε ένα εργαστήριο. Να ακολουθήσει Ακαδημαϊκή καριέρα.
Αυτή όμως προτίμησε να κάνει οικογένεια. Ηταν κι ο Δημήτρης βλέπετε.
Τι έρωτας ήταν αυτός θεέ μου.
Περίμενα να μου πει τα νέα της. Να χαρώ με τα νέα της.
Όμως τα νέα δεν ήταν και τόσο καλά.
Καλός ο Δημήτρης, δουλευταράς, χρήμα με ουρά. Μιλάμε για πολλά λεφτά.
Όμως οι αγάπες και τα λουλούδια ξέφτισαν γρήγορα.
Τι σημασία βέβαια έχουν όλα αυτά;
Ο Δημήτρης έχει πεθάνει!
Και πήρε το φτυάρι η Γεωργία κι άρχισε να μου τον θάβει.
Ότι ήταν έτσι, ότι ήταν αλλιώς. Τσιγκούνης, γυναικάς και άλλα τέτοια.
-Σου άφησε περιουσία όμως Γεωργία μου.
-Τι; Ακου λοιπόν να μάθεις.
Κι άρχισε να μου λέει για τις επιχειρήσεις του. Για τις πολυκατοικίες που έχτιζε με αντιπαροχές. Για τα διαμερίσματα που πούλαγε.
Και για τις ράβδους χρυσού που έκανα τα κέρδη του. Ηταν προνοητικός και δεν εμπιστευόταν τις τράπεζες και τα χαρτονομισματά τους. Αλλά ούτε και τις θυρίδες τους.
Τα έκρυβε σε ασφαλή και σίγουρα μέρη.  Στην πέμπτη ελιά βαθιά μες το χώμα, στο κτήμα τάδε.  Στο 11το κυπαρίσσι μετά την πηγή προς το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Σε πολλά μέρη. Διασπορά του ρίσκου.
Είπαμε ήταν φιλάργυρος, τσιγκούνης. Ηταν όμως και γυναικάς.
-Και την έκανε μια μέρα και πήγε να μείνει στο σπίτι ενός ξέκωλου. Και χάρηκα να σου πω την αλήθεια, γιατί τον ξεφορτώθηκα.
Η γκόμενα όμως που τον σπίτωσε ήταν μικρή και πάνω στα ντουζένια της. Απεδείχθη και φαρμακοτέτοια. Και πάπαλα ο Δημήτρης μία πρωία. Τον πρόδωσε η καρδιά του ξαφνικά πάνω στο καθήκον επί κλίνης και τώρα αναπαύεται εις τόπον χλοερόν.
Δεν ήταν ανάγκη να μου πει περισσότερα. Κατάλαβα.
Ναι. Δεν είχε πει σε κανένα που είχε κρυμμένες τις ράβδους.
Κι άρχισαν τα ψαξίματα. Γεωργία και γκόμενα μαζί και στα δυο σπίτια μπας και βρούνε τίποτα σημειώσεις, χάρτες, κωδικούς στα κιτάπια του μακαρίτη.

  

Η Ρεγγίνα



Πέρυσι το Πάσχα ήταν νωρίς. Και θυμάμαι τα χελιδόνια που ήρθαν Πασχαλιάτικα.
Φέτος όμως το Πάσχα ήρθε καθυστερημένα μαζί με την Ρεγγίνα.

-Τζάμπο Ρεγγίνα!
-Τζάμπο Ειρήνη!

Τζάμπο στα Σουαχίλι είναι η καλημέρα.
Μιλάμε κι εμείς Σουαχίλι. Στην Κένυα όμως μιλάνε όλοι.
Η Ρεγγίνα είναι από την Κένυα.

Πριν κάνα μήνα λοιπόν, ανήμερα του Πάσχα, επέστρεψε επιτέλους και η φίλη μας η Ρεγγίνα στην Αθήνα.
Φεύγει, κάθε χρόνο, για μερικούς μήνες στην πατρίδα της την Κένυα και επιστρέφει όταν η άνοιξη έχει θρονιαστεί για καλά εδώ.
Εχει ένα συνεχόμενο καλοκαίρι.
Κι όσο σκέφτομαι το Κιλιμάντζαρο είναι δίπλα στα σύνορα της Κένυας, στην  Τανζανία και έχει πάντα χιόνια. Στην καρδιά της Αφρικής κάτω από τον ήλιο του Ισημερινού στα 6 χιλιάδες μέτρα.
Και με τούτα και με τα άλλα πλάκωσαν και κάτι ζέστες!
Αντε ν αρχίσουμε και τα μπάνια οσονούπω





Ο σκοτωμένος


Ολοι ξέρουμε πόσο μεγαλύτεροι φαντάζουν οι μαθητές των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού στα πρωτάκια και δευτεράκια.
Ετσι κι εμείς τους θαυμάζαμε και τους σεβόμασταν.

Και μια μέρα που πηγαίναμε όλοι μαζί στο σχολείο έρχεται ένα μηχανάκι και χτυπάει  ένα συμμαθητή μας, που πέφτει αναίσθητος κάτω.

Πανικός. Οι μεγάλοι το έβαλαν στα πόδια κι εμείς τους ακολουθήσαμε.
Φτάσαμε στο σχολείο κι όλοι μαζευτήκανε να μάθουν τα νέα.
Και οι μεγάλο άρχισαν να κάνουν περιγραφές, εκτός από το ότι το έβαλαν στα πόδια.
Ότι μια μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτα (το παπάκι) έπεσε πάνω μας και σκότωσε τον συμμαθητή μας.

Τον σκότωσε; 
Μεγάλοι ήσαν. Ηξεραν καλύτερα.

Και μετά από 2-3 μέρες ο νεκρός συμμαθητής μας  πάλι στο σχολείο.


Και χάσαμε κάθε ιδέα για τους μεγάλους…

Η Παναγία στη Βουλή


Κι απάνω που νόμιζα ότι είχα γίνει εξπέρ στην ανγνώριση και ανάγνωση των γραμμάτων της Ελληνικής αλφαβήτας βρέθηκα στη Μητρόπολη.
Μεγάλος και επιβλητικός ο καθεδρικός ναός της Αθήνας.
Μόλις είχα κατέβει την Μητροπόλεως από το Σύνταγμα, τον Αγνωστο Στρατιώτη και την Βουλή.
Μεγάλο κτίριο κι αυτό. Το Κοινοβούλιο.
Και μπαίνω λοιπόν στη Μητρόπολη και πάω να προσκυνήσω μια εικόνα της Παναγίας.
Ναι η Παναγία ήταν. Και ποιος δεν θα την γνώριζε; Με το βρέφος στην αγκαλιά της.

Όμως τα ελληνικά πάνω στην εικόνα για μια στιγμή με προβλημάτισαν.
Ηταν βλέπετε και η Βουλή, το Κοινοβούλιο που είχα δει προηγουμένως.
ΜΡ εγραφε η εικόνα. ΜαΡία δηλαδή.
Τότε όμως το είχα εκλάβει ως 
Member of Parliament

Η κοπάνα



Ποιος ήταν μαθητής και δεν σκέφτηκε ή δεν έκανε κοπάνα.
Είναι φαίνεται παγκόσμιο φαινόμενο.
Ετσι κι εγώ με τη φίλη μου Ναμπέρα το σκάσαμε απ το σχολείο μια μέρα και τραβήξαμε προς το άγνωστο, σε δρόμους που πρώτη φορά περπατούσαμε. Χαιρόμασταν τη δροσούλα του δάσους τα κελαϊδίσματα των πουλιών, τις κραυγές των πιθήκων. Και ξαφνικά να μπροστά μας ένα ποτάμι, μεγάλο και φουσκωτό. Μας έκοψε τη φόρα. Μας χάλασε τη διάθεση για περιπέτεια. Και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Δεν θέλαμε να τελειώσει έτσι άδοξα η πρώτη μας κοπάνα. Κι έτσι χωρίς να το πολυσκεφτούμε πήραμε την απόφαση να το νικήσουμε που μας έκοβε το δρόμο.
Αλλά πώς να περάσουμε απέναντι, που δεν ξέραμε κολύμπι και ούτε είχαμε δει ποτέ κανέναν να κολυμπάει.
Η Ναμπέρα φοβόταν και για να την ενθαρρύνω μπήκα πρώτη στο νερό. Και καλά στην άκρη, που το νερό ήταν μέχρι τα γόνατα μετά άρχισε να μας σπρώχνει η ορμή του νερού και ξαφνικά μας έριξε κάτω.  Θυμάμαι την Ναμπέρα να με κοιτάει με γουρλωμένα φοβισμένα μάτια. Να τρέμει σαν ψάρι χωρίς να κάνει κάτι. Τι να έκανε η καημένη; Μικρή ήταν και αυτή!

Και εκεί είναι που τα χρειαστήκαμε. Προσπαθούσαμε να σηκωθούμε αλλά ήταν αδύνατο. Το νερό μας παρέσυρε μακριά και ήταν έτοιμο να μας καταπιεί.
Απεγνωσμένα άπλωνα τα χέρια μου μέσα στα αφρισμένα νερά για να κρατηθώ από κάπου. Μάταια όμως.
Είχα μετανιώσει αλλά ήταν ήδη αργά για ένα θαύμα. Κι όμως έγινε. Τα χέρια μου ακούμπησαν σε κάτι κλαδιά. Προσπάθησα να κρατηθώ απ αυτά, αλλά γλιστρούσαν μέσα από τα χέρια μου. Και προσπαθούσα πάλι και πάλι μέχρι που ένοιωσα ότι κι αυτά προσπαθούσαν να με πιάσουν, να με συγκρατήσουν, να σταματήσουν την ξέφρενη πορεία μου στο άγριο ποτάμι.

Κι όταν πιασμένη χέρι χέρι με τους πάπυρους του ποταμού προσπάθησα να πατήσω στα πόδια μου, είδα ότι το ποτάμι ήταν πολύ βαθύ κει πέρα. Ετσι από κοτσάνι σε κοτσάνι των παπύρων και τα κλαδιά των άλλων δέντρων προσπάθησα να φτάσω στην όχθη.

Κι ήταν τα φυτά σαν να με αγκάλιαζαν και να με έσφιγγαν στον κόρφο τους για να με σώσουν.
Δεν θυμάμαι πως τα κατάφερε κι η Ναμπέρα να γλυτώσει τελικά.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι περπατώντας στο γυρισμό οι ποδιές στέγνωσαν κάπως. Φθάνοντας στο σπίτι, μπήκα από τη πίσω πόρτα και έπεσα κατευθείαν στο κρεβάτι χωρίς να φάω εκείνη την ημέρα απολύτως τίποτα, αλλά ούτε νερό!


Κάνεις δεν έμαθε ποτέ τίποτα από τότε για το συμβάν, γιατί καμιά μας δεν τόλμησε να μιλήσει για αυτό. Εσείς είστε που το μαθαίνετε πρώτοι μετά τόσα χρόνια!   

Η κανέλα


Γύρω από την Λίμνη Βικτώρια είναι η Ουγκάντα, η Κένυα και η Τανζανία.
Με την Τανζανία κυρίως μοιραζόμαστε την λίμνη.
Ένα μικρότερο μέρος έχει η Κένυα.
Η Τανζανία παλιά ήταν δύο κράτη. Η Τανγκανίκα κι η Ζανζιβάρη που ένωσαν τα ονόματά τους σε ένα κράτος. Την  Τανζανία.
Η Ζανζιβάρη  είναι νησί. Καμιά φορά την λένε και Σπάις Αϊλαντ. Διότι παράγει διάφορα μπαχαρικά. Κυρίως κανέλα.

Εκεί ήθελα να καταλήξω. Στην κανέλα. 
Που άκουσα κάποτε να λένε «Από την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα» και που δεν ήξερα τι σημαίνει. Μέχρι που κατάλαβα ότι κανείς δεν ξέρει και πολύ ευχαριστήθηκα.

Μπαχαρικά λοιπόν και είχα εντυπωσιαστεί από τα πιπέρια τις κανέλες τα γαρύφαλλα και τα μοσχοκάρυδα σ εκείνη την ταινία. Την Πολιτική Κουζίνα. Είχε απ όλα και κεφτέδες με κανέλα. Και Πολιτική. Πολιτικά μαγειρέματα, δολοπλοκίες και τέτοια.

Κάποτε έμαθα και ότι η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλά μια πόλη. Είναι «Η Πόλη». Και ότι η Πολίτικη κουζίνα, που δεν έλεγε τίποτα σε μένα, δεν ήταν Πολιτική κουζίνα.


Κατά τα άλλα η κανέλα είναι σπουδαίο μπαχαρικό για κάθε κουζίνα.